ευμετάβολος

-η, -ο (ΑΜ εὐμετάβολος, -ον)
1. ο ευμετάβλητος («τὰ βέβαια ταῡτα ἤθη καὶ οὐκ εὐμετάβολα», Πλάτ.)
2. το ουδ. ως ουσ. το ευμετάβολο(ν)
η ευμεταβλησία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + μετα-βολή (< μεταβάλλω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐμετάβολος — changeable masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευμετάβολος — η, ο βλ. ευμετάβλητος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐμεταβολώτερον — εὐμετάβολος changeable masc acc comp sg εὐμετάβολος changeable neut nom/voc/acc comp sg εὐμετάβολος changeable adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεταβόλως — εὐμετάβολος changeable adverbial εὐμετάβολος changeable masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμετάβολον — εὐμετάβολος changeable masc/fem acc sg εὐμετάβολος changeable neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεταβολώτερος — εὐμετάβολος changeable masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεταβόλοις — εὐμετάβολος changeable masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεταβόλου — εὐμετάβολος changeable masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεταβόλους — εὐμετάβολος changeable masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεταβόλων — εὐμετάβολος changeable masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.